Ναυάγιο στην προκήρυξη για την πρόσληψη 2.000 Επαγγελματιών Οπλιτών (ΕΠΟΠ), η οποία έχει ήδη έχει βουλιάξει πριν καν λήξει η προθεσμία υποβολής των αιτήσεων, στις 11 Απριλίου.
Οι αριθμοί δεν λένε ψέματα. Μέχρι πριν λίγα 24ωρα, οι πληροφορίες ανέφεραν ότι στον Στρατό Ξηράς, για 1.100 θέσεις έχουν υποβληθεί μόνο 550 αιτήσεις – και οι μισές από αυτές δεν πληρούν καν τα κριτήρια. Στο Πολεμικό Ναυτικό οι αιτήσεις με το ζόρι ήταν 90 για 600 θέσεις. Μόνο στην Πολεμική Αεροπορία υπάρχει κάποια κινητικότητα, αλλά ακόμα κι εκεί, οι 900 αιτήσεις για 250 θέσεις θεωρούνται λίγες, σε σχέση με άλλες χρονιές.
Όμως το πρόβλημα δεν είναι οι αριθμοί. Είναι η απόγνωση πίσω από αυτούς. Οι νέοι γυρίζουν την πλάτη στις Ένοπλες Δυνάμεις, παρά το κυβερνητικό αφήγημα περί δήθεν αυξήσεων. Οι νέοι δεν ξεγελιούνται και βλέπουν τι περιμένει όποιον φορέσει στολή: απαξίωση, αβεβαιότητα, εξάντληση, άνιση μεταχείριση.
Το Πανελλήνιο Σωματείο Ελλήνων Στρατιωτικών ΠΑΣΕΣ έχει ήδη προειδοποιήσει, με επιστολή προς τον υπουργό Άμυνας. Η απροθυμία δεν είναι σύμπτωμα, είναι αποτέλεσμα. Είναι οι ΕΠΟΠ που αντιμετωπίζουν προβλήματα στο συνταξιοδοτικό τους. Είναι η 8ωρη νυχτερινή εργασία που καλούνται να κάνουν και αμοίβονται μόνο για 5 ώρες. Είναι τα επιδόματα που δίνονται στους αστυνομικούς αλλά όχι στους στρατιωτικούς. Είναι οι συνεχείς μεταθέσεις, οι υπηρεσίες δίχως τέλος, τα καθήκοντα Πολιτικής Προστασίας, από δασοπεριπολίες μέχρι και περισυλλογή νεκρών ζώων στις πλημμύρες.
Ποιος νέος να δεχτεί να ζήσει έτσι; Ποιος να επιλέξει συνειδητά έναν δρόμο χωρίς προοπτική, χωρίς σεβασμό, χωρίς φωνή;
Ο ΠΑΣΕΣ δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών: «Ούτε οι ΕΠΟΠ ούτε οι σχολές θα γεμίσουν», γράφει. Και δεν χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός για να το καταλάβει. Το βλέπει όποιος ζει την πραγματικότητα του στρατεύσιμου, του ΕΠΟΠ, του χαμηλόβαθμου στελέχους. Και κυρίως το νιώθει κάθε νέος που αποφασίζει ότι δεν θα μπει σε αυτή τη μηχανή φθοράς.
Το μήνυμα έχει σταλεί. Το ερώτημα είναι αν θα το ακούσει κανείς.