Ο έκπτωτος πρόεδρος της Νότιας Κορέας, Γιουν Σοκ-γέολ, παραβίασε το Σύνταγμα της ασιατικής χώρας, κηρύσσοντας στρατιωτικό νόμο τον Δεκέμβριο του 2024, όπως αποφάνθηκε σήμερα (04/04) το Συνταγματικό Δικαστήριο, στην ετυμηγορία του με την οποία επιβεβαίωσε την οριστική και αμετάκλητη καθαίρεση του αρχηγού του κράτους από το αξίωμά του.
«Ο Γιουν δεν περιορίστηκε να κηρύξει στρατιωτικό νόμο, αλλά διέπραξε ενέργειες που παραβίασαν το Σύνταγμα και τον νόμο, ιδίως κινητοποιώντας τις ένοπλες δυνάμεις και την αστυνομία για να εμποδίσουν το κοινοβούλιο να ασκήσει τις εξουσίες του», τόνισε το Συνταγματικό Δικαστήριο στην ετυμηγορία του.
Σημειώνεται πως σε διάστημα 2 μηνών μετά την αποπομπή του, θα προκηρυχθούν και θα οργανωθούν πρόωρες προεδρικές εκλογές.
Ο Γιουν Σοκ-γελ συνεχίζει ακόμη να υπεραμύνεται της απόφασης-σοκ που ανακοίνωσε τη νύχτα της 3ης προς 4η Δεκεμβρίου, όταν υποστήριξε πως η κήρυξη στρατιωτικού νόμου ήταν «απαραίτητη για να αποτραπεί ο κίνδυνος επικράτησης βορειοκορεατικών κομμουνιστικών δυνάμεων και να εξαλειφθούν στοιχεία εχθρικά έναντι του κράτους», ρίχνοντας “βολές” κατά των αντιπάλων του.
Όμως, στο κοινοβούλιο υπό στρατιωτική πολιορκία, συμπεριλαμβανομένων ειδικών δυνάμεων που κατέφθασαν με ελικόπτερα, επαρκής αριθμός βουλευτών κατόρθωσε να συνεδριάσει και να εγκρίνει ομόφωνα σε ψηφοφορία κείμενο που απαιτούσε να τερματιστεί ο στρατιωτικός νόμος, αναγκάζοντας τον πρόεδρο να προχωρήσει όντως στην άρση του, έξι ώρες αφού τον επέβαλε.
Χωρίς πλέον τις εξουσίες του, ο Γιουν έγινε τον Ιανουάριο του 2025 ο πρώτος πρόεδρος εν ενεργεία στην ιστορία της Νότιας Κορέας που συνελήφθη και τέθηκε υπό κράτηση, έπειτα από επεισοδιακή επιχείρηση των δυνάμεων επιβολής της τάξης.
Η σύλληψή του έγινε στην επίσημη κατοικία του, που είχε μετατραπεί σε φρούριο, έπειτα από μια πρώτη αποτυχημένη προσπάθεια.
Τον Φεβρουάριο εξάλλου άρχισε η ποινική δίκη του για ανταρσία —αδίκημα που επισύρει ποινή ισόβιας κάθειρξης, αν όχι τη θανατική ποινή—, εξέλιξη επίσης άνευ προηγουμένου για εν ενεργεία πρόεδρο της χώρας, ακόμη και όταν έχει παυτεί προσωρινά των καθηκόντων του.