Το θαύμα της Παναγίας της Παρηγορήτισσας – Πώς σώθηκε η πόλη της Άρτας από την πλημμύρα του Αράχθου

Κοινοποίηση:
2-lezanta

Ένα άγνωστο θαύμα, με το οποίο η Παναγία έσωσε την πόλη της Άρτας από την πλημμύρα του Αράχθου στις 25 Δεκεμβρίου του 1793

Το θαύμα αυτό δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο βιβλίο «Ο βίος και τα θαύματα της Παναγίας» του Ηλία Ι. Οικονομόπουλου (1905) το οποίο παραθέτουμε στη συνέχεια, διατηρώντας το γλωσσικό ύφος του συγγραφέα.

Την 25ην Δεκεμβρίου 1793, ήτοι προ εκατόν είκοσι δύο ετών, οι κάτοικοι της Άρτης ηξεγέρθησαν αίφνης έντρομοι από τρομερόν τινα βόμβον, όστις επλήρου απάσας τας ήχους και εκάλυπτε τας διατόρους κραυγάς ας ανέπεμπον κινδυνεύοντες αρτινοί.

Αλλά πόθεν ο βόμβος εκείνος και δια τίνα λόγον αι κραυγαί;
Ο ποταμός Άραχθος είχεν αιφνιδίως πλημμυρήσει.
Η πλημμύρα εκείνη ήτο πρωτοφανής.
Καταφύγιο των κατοίκων ο βυζαντινός ναός
Οι γηραιότεροι των κατοίκων της πόλεως ουδέποτε ενεθυμούντο τοιαύτην υπερχείλισιν του ποταμού.
Τα ύδατα, εις ογκώδεις κατερχόμενα χειμάρρους, είχον υπερβή τα κατώτερα τόξα της μεγάλης Γεφύρας παρασύροντα παν το προστυγχάνον.
Διεκρίνοντο δε παρασυρθέντες υπ’ αυτών ολόκληροι κορμοί δένδρων, ολόκληροι βράχοι και αγέλαι όλαι προβάτων και αιγών.

box-lezanta

Εδώ δε εκεί, επί της νέας όχθης, ην είχεν αποκτήσει ο μαινόμενος Άραχθος εντός πλέον αυτής της πόλεως της Άρτης, κατέκειντο και άνθρωποι πνιγέντες.
Τέσσαρα ή πέντε μικρά οικήματα είχον παρασυρθή από της πρώτης του όχθης, εφ’ ης ήσαν ωκοδομημένα.

Ουδείς δε των ενοικούντων εις αυτά είχε προφθάσει να σωθή.
Τόσον η πλημμύρα υπήρξεν απρόοπτος και ορμητική.
Και όσω παρήρχοντο αι ώραι, τόσω τρομερωτέρα και απειλητικωτέρα καθίστατο.
Ήδη αι πρώται προς τον ποταμόν γειτνιάζουσαι συνοικίαι είχον καταπλημμυρίσει υδάτων και των κατοίκων τούτων των συνοικιών αι κραυγαί είχον αφυπνίσει εντρόμους και τους λοιπούς της πόλεως κατοίκους.

Υπήρχε φόβος ότι θα κατεκλύζετο και θα παρεσύρετο υπό του ακατασχέτου ρεύματος ολόκληρος η πόλις.

Προ του αποτροπαίου κινδύνου, πάντες οι κάτοικοι ευρέθησαν επί ποδός.
Έτρεχον δε έξαλλοι αν τας οδούς, κραυγάζοντες μόνον ως παράφρονες, αλλά μη δυνάμενοι να σκεφθώσι τίνα μέτρα σωτηρίας έπρεπε να λάβωσι.

Οι κώδωνες των εκκλησιών ήρχισαν να κρούωνται εκκωφαντικώς.
Εν τη απελπισία των, εν τη αλλοφροσύνη, υφ’ ης είχον καταληφθή, δεν εγνώριζον τι να πράξωσιν οι ατυχείς αρτινοί.

Τέλος πολλοί τούτων συνέρευσαν εις τον ιερόν Ναόν της «Παρηγορητίσσης» Παρθένου.
Οι ιερείς είχον προσδράμει πρώτοι εκεί, και ανέπεμπον ήδη παρακλήσεις προς τον Ύψιστον και τον Υιόν Αυτού και Σωτήρα και την Υπεραγίαν Παρθένον, όπως ευδοκήσωσι να σώσωσι την πόλιν από της τρομερωτέρας των καταστροφών.

1-lezanta

Δάκρυσε η εικόνα της Παναγίας
Την στιγμή της υψίστης υπερεντάσεως της κατανύξεως των πιστών, κάποιος εκ του πλήθους, εις γηραιός ευλαβής, διατελών επί έτη ως νεωκόρος του ιερού τεμένους, επλησίασεν ένθεος την ιεράν εικόνα και ήρχε να σταυροκοπήται.

– Χριστιανοί, είπε τέλος προς τους πλησίον του ισταμένους. Εσώθημεν!
«Πώς το γνωρίζεις; τον ηρώτησαν μετ’ ενδιαφέροντος».
– Αλλά δεν βλέπετε λοιπόν σεις;
«Τί;»
– Ιδού η Υπεραγία Μήτηρ του Χριστού μας… Κλαίει!
Όλων τότε τα βλέμματα εστράφησαν μετά δέους προς την αγίαν εικόνα της «Παρηγορητίσσης».
Και πράγματι, λέγει η παράδοσις, από των οφθαλμών της ιεράς εικόνος είχον καταρρεύσει σταγόνες δακρύων.
Έκπληκτοι προ του θαύματος οι κινδυνεύοντες εγονυπέτησαν άπαντες ενώπιον της θαυματουργού «Παρηγορητίσσης».
Μετά μικρόν, δεν ηκούετο πλέον έξωθεν η προηγουμένη οχλοβοή.
Είχεν ήδη παρέλθει η μεσημβρία.

3-lezanta

Μερικοί τότε των εν τη ιερώ Ναώ συνηγμένων εξήλθον να ίδωσι τας προόδους της πλημμύρας.
Έμειναν όμως κατατεθαμβωμένοι και άναυδοι.
Η κοίτη του ποταμού είχον επανακτήσει αποτόμως την προτέραν της μορφήν.
Τήδε κακείσε διεκρίνοντο κατακείμενα πτώματα ανθρώπων και ζώων.
Οι λοιποί όμως απειληθέντες προς στιγμήν, ησύχασαν πλέον, ασφαλείς από παντός κινδύνου.
Και έσπευσαν να περισυλλέξωσι τους πνιγέντας, μερικοί εκ των οποίων ανέπνεον ακόμη.
Τη συμβουλή δε των ιερέων της «Παρηγορητίσσης», μετέφεραν όλους αυτούς εις τον Ναόν της Παναγίας.
Και πάντες εκείνοι ανέζησαν, τη θεία αναζωογονηθέντες χάριτι της παρηγορούσης τους δυστυχείς Παρθένου.
Τοιουτοτρόπως απετράπη η τελεία καταστροφή της πόλεως.
Την δ’ επιούσαν της αποφράδος ταύτης ημέρας, πανδήμως η πόλις επανηγύρισε την σωτηρίαν της.
Οι κάτοικοι συνέρρευσαν πανοικείως εις τον ηγιασμένον ναόν της Θεοτόκου και ηυχαρίστησαν αυτήν δια κατανυκτικών δεήσεων και πλουσίων αφιερωμάτων.
Παρηγορήτρια, η «αρχόντισσα» της Άρτας
Κτίστηκε το 1285-89 από το Νικηφόρο Α΄ Κομνηνό Δούκα και τη γυναίκα του Άννα Παλαιολογίνα Κατακουζηνή. Από την μεγάλη σταυροπηγιακή μονή σώζονται σήμερα ο ναός, η Τράπεζα και 16 κελιά. Ο ναός εντυπωσιάζει με τις εξωτερικές και εσωτερικές αρχιτεκτονικές καινοτομίες του, ενώ μοναδικός στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική είναι ο τρόπος στήριξης του κεντρικού τρούλου .

Είναι η «αρχόντισσα» της σημερινής Άρτας, το αγλάισμα της άλλοτε ένδοξης πρωτεύουσας του Δεσποτάτου της Ηπείρου, και το καύχημα των Κομνηνοδουκάδων Δεσποτών της. Δεσπόζει στην πυκνοκατοικημένη δυτική πλαγιά του λόφου Περάνθη, υποδηλώνοντας με την επιβλητική της παρουσία το μεγαλείο της Βυζαντινής Άρτας.

Η πρωτοτυπία του σχεδίου της, οι αρχιτεκτονικές της καινοτομίες και η πλούσια κεραμοπλαστική της διακόσμηση την καθιστούν μοναδικό δείγμα βυζαντινής ναοδομίας σ’ όλο τον ορθόδοξο χριστιανικό κόσμο. Κτίσθηκε σε δυο φάσεις: Αρχικά κατασκευάσθηκε ή άρχισε να κατασκευάζεται απ’ το Δεσπότη Μιχαήλ Β΄ και τη σύζυγό του Θεοδώρα, στην ίδια ακριβώς θέση, μικρότερος ναός αγνώστου σχήματος που εξακριβωμένα όμως η βάση του είχε τις διαστάσεις του σημερινού κυρίως ναού – χωρίς δηλαδή το νάρθηκα και τα παρεκκλήσια.

anoigma-1

Αν ολοκληρώθηκε η κατασκευή αυτού του ναού και ποια τύχη είχε, μας είναι παντελώς άγνωστο. Το βέβαιο είναι πως ο γιος και διάδοχος του Μιχαήλ Β΄ Νικηφόρος Α΄ Κομνηνός Δούκας και η σύζυγός του Άννα Παλαιολογίνα Καντακουζηνή, θέλοντας προφανώς να φτιάξουν μητροπολιτικό ναό αντάξιο μιας πρωτεύουσας, άλλαξαν τα σχέδια και ίδρυσαν τα έτη 1285 – 89 (κατά το Nicol το 1294 – 96) το σημερινό εντυπωσιακό μνημείο, όπως συνάγεται από σχετική κτητορική επιγραφή.

Απ’ το αρχικό κτίσμα διατηρήθηκαν μεγάλα τμήματα της τοιχοδομής του και χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή του σημερινού ναού. Εύκολα μπορεί κανείς να το διακρίνει αυτό στη συρραφή των τοίχων της ανατολικής πλευράς καθώς και στο εσωτερικό, στους πλαϊνούς τοίχους του κυρίως ναού απ’ την πλευρά των παρεκκλησίων, όπου υπάρχει κεραμοπλαστική διακόσμηση, απόδειξη ότι αποτελούσαν την εξωτερική όψη του αρχικού κτίσματος.

Απ’ την παλιά μεγάλη σταυροπηγιακή μονή σώζονται σήμερα, ο ναός του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, η επιμελημένης τοιχοδομής Τράπεζα της μονής στη Ν.Α γωνία του περιβόλου καθώς και 16 κελλιά κτισμένα ακανόνιστα και με λίθους από κτίρια της αρχαίας Αμβρακίας. Κελλιά και Τράπεζα κατασκευάστηκαν συγχρόνως με το ναό ή λίγο μεταγενέστερα, σώθηκαν δε μισοερειπωμένα και αναστηλώθηκαν απ’ τον Αναστάσιο Ορλάνδο, τον πρώτο συστηματικό μελετητή των Βυζαντινών μνημείων της Άρτας. Πρόσφατα έγινε αναπαλαίωσή τους.

Οι ανασκαφές αποκάλυψαν την ύπαρξη και άλλου παλαιότερου ναίσκου, του οποίου λείψανα καθώς επίσης και κιβωτιόσχημοι συλημένοι τάφοι βρέθηκαν στη Ν.Δ γωνία του μνημείου.

Το εξωτερικό του ναού

Ο σημερινός επιβλητικός ναός εντυπωσιάζει με τις αρχιτεκτονικές του καινοτομίες, τον κεραμικό του διάκοσμο, αλλά και τις μεγάλες του διαστάσεις: Μήκος Δ. πλευράς 22,10μ, πλάγιων πλευρών 20,27μ, ύψος (δάπεδο – κεντρικός τρούλλος) 20,28μ, εξωτερική διάμετρος κεντρικού τρούλλου7,58μ και ύψος τρούλλου 3,50μ. Στην τοιχοδομή διακρίνονται τρεις ζώνες: Η πιο χαμηλή είναι ακανόνιστα κτισμένη και αδιακόσμητη, γιατί μέχρι το 1865 καλυπτόταν από στοά, όπως μαρτυρεί η ύπαρξη 12 παραστάδων στις τρεις πλευρές του ναού για στήριξη της στέγης της. Οι δύο πάνω ζώνες είναι επιμελημένα κτισμένες κατά το ισόδομο πλινθοπερίβλητο σύστημα. Τα δίλοβα παράθυρα με τους κιονίσκους και ο διακοσμητικός κεραμικός πλούτος συνθέτουν ένα μεγαλειώδες κτίσμα που η όλη εξωτερική του όψη, θυμίζει μέγαρα της πρώιμης Ιταλικής Αναγέννησης. Εντυπωσιακότερη είναι η οροφή με τους 5 τρούλους και τον κιονοστήριχτο ουρανίσκο στο μπροστινό μέρος της στέγης. Οι τρούλοι είναι εξ ολοκλήρου πλίνθινοι ο δε ουρανίσκος στηριγμένος σε 8 μαρμάρινους διπλούς κιονίσκους φαίνεται σα να αιωρείται.

Το εσωτερικό του ναού

Οι πολλές φθορές συντέλεσαν στο να χάσει ο ναός ένα μεγάλο μέρος απ’ την παλιά του εσωτερική λαμπρότητα, διατήρησε ωστόσο το επιβλητικό του μεγαλείο. Αποτελείται από το νάρθηκα, τον κυρίως ναό και 2 παρεκκλήσια εκατέρωθεν του κυρίως ναού, των Ταξιαρχών αριστερά και του Αγίου Ιωάννη του προδρόμου δεξιά ως προς τον επισκέπτη. Ο νάρθηκας καλύπτεται με τέσσερα σταυροθόλια και μια «ασπίδα» στη μέση, επικοινωνεί δε με τα παρεκκλήσια και τον κυρίως ναό με πέντε θύρες, που αρχικά ήταν τοξωτές αλλά αργότερα φράχτηκαν τα τύμπανά τους με πλινθοδομή. Πριν μερικά χρόνια έγινε απόξεση των σοβάδων του νάρθηκα απ’ την Αρχαιολογική Υπηρεσία, για να έρθει στο φως η τεχνική της τοιχοποιίας, αλλά και για να αποκτήσει ο εσωτερικός χώρος του μνημείου αισθητική ομοιογένεια. Στο υπέρθυρο της βασιλικής πύλης, προς την πλευρά του νάρθηκα, υπάρχει εντειχισμένη μικρή ενεπίγραφη πλάκα με τη χρονολογία 796, η οποία είναι εντελώς άσχετη με το χρόνο ίδρυσης του μνημείου ή του παλαιότερου ναΐσκου.
Η λαϊκή παράδοση για τον πρωτομάστορα και τον κάλφα του
Τα παρεκκλήσια στεγάζονται με σταυροθόλια, το δε βόρειο παρεκκλήσι χωρίζεται απ’ το ιερό με τοίχο-εικονοστάσι, που προστέθηκε αργότερα. Τα παρεκκλήσια φέρουν κεραμοπλαστική διακόσμηση στους τοίχους που τα χωρίζουν απ’ τον κυρίως ναό, γεγονός, που επιβεβαιώνει την άποψη ότι προϋπήρχε ναός στην ίδια θέση και οι τοίχοι αυτοί αποτελούσαν τις εξωτερικές πλάγιες πλευρές του, ή ότι ο ναός άρχισε να κατασκευάζεται χωρίς τα παρεκκλήσια, αλλά κατά την πορεία της κατασκευής άλλαξαν τα σχέδια για μεγαλύτερη χωρητικότητα και ευστάθεια του κτίσματος.

Τη μετασκευή αυτή ή την τροποποίηση των αρχικών σχεδίων απηχεί και η εξής σχετική λαϊκή παράδοση: Ο Πρωτομάστορας που ‘φτιαχνε την Παρηγορήτισσα ήταν ένας φημισμένος και γι’ αυτό περιζήτητος τεχνίτης. χρειάστηκε όμως να λείψει για πολύ καιρό μακριά, όπου τον κάλεσαν να βάλει τα σχέδια μιας άλλης εκκλησιάς, οπότε άφησε στο πόδι του τον βοηθό του.

Εκείνος, πανέξυπνος καθώς ήταν, άλλαξε τα σχέδια και το κτίσμα έγινε ασύγκριτα ωραιότερο απ’ ό,τι αρχικά είχε σχεδιαστεί. Όταν γύρισε ο Πρωτομάστορας και το είδε, έσκασε από τη ζήλια του. Κάλεσε λοιπόν τον κάλφα του στην άκρη της στέγης για να του δείξει τάχα κάποιο ψεγάδι, και κει, μια σπρωξιά του έχει, τον γκρέμισε.

Καθώς όμως έπεφτε ο κάλφας, πιάστηκε από τ’ αφεντικό του, τον συμπαρέσυρε και συντρίφτηκαν και οι δυο. Τα κουφάρια τους απολιθώθηκαν και – με αρκετή βέβαια φαντασία – δεν είναι άλλα παρά οι δύο κοκκινωπές πέτρες που σαν καμπούρες κείτονται πίσω στην Ν. Α. γωνία του ναού. η μεγάλη είναι ο Πρωτομάστορας και η μικρή ο κάλφας του.
Πηγή: «Ο βίος και τα θαύματα της Παναγίας» του Ηλία Ι. Οικονομόπουλου (1905)

ΚΟΙΝΟΠΟΗΣΗ: